Τα γεγονότα της επικαιρότητας έφεραν στο προσκήνιο ένα φαινόμενο που πάντοτε υπήρχε, αλλά τώρα ήρθε στην επιφάνεια με τον πλέον τραγικό τρόπο: την χειραγώγηση και εξαπάτηση ατόμων που βρίσκονται συχνά σε μια ευάλωτη κατάσταση από επιτήδειους, πολλές φορές υπεράνω πάσης υποψίας. Εύλογα προκύπτουν διάφορα ερωτήματα στην κοινή γνώμη για την προσωπικότητα τόσο των θυτών όσο και των θυμάτων και θα προσπαθήσουμε να ρίξουμε φως σε αυτά μέσα από το πρίσμα της επιστήμης της ψυχολογίας.
Αν και συχνά ταυτίζουμε στο μυαλό μας κάποιον που παραβαίνει τους νόμους – κοινωνικούς και ηθικούς – με άτομο ενός κατώτερου κοινωνικοοικονομικού επιπέδου, στην πραγματικότητα τα άτομα με αντικοινωνική συμπεριφορά καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα ψυχοπάθειας, από περιπτώσεις ακραίων, αποδιοργανωμένων ατόμων, μέχρι ατόμων που ανήκουν σε ανώτερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα και διακρίνονται για την κοινωνική τους επιρροή, ατόμων που μπορεί ακόμη και να κατέχουν υψηλόβαθμες θέσεις στον τομέα τους.
Αν προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε την προσωπικότητα αυτών τον ατόμων θα δούμε ότι το βασικό τους κίνητρο είναι το να εξαπατήσουν τους άλλους, να βγούνε πάνω από αυτούς, να αισθανθούν ότι έχουν απόλυτη επιρροή πάνω τους, κάτι που ξεπερνά κατά πολύ την επιθυμία τους μόνο για το κέρδος αυτό καθαυτό. Δεν είναι μόνο το κέρδος ή η απληστία που τους παρακινεί, είναι πολύ περισσότερο η ανάγκη τους να αισθανθούν παντοδύναμοι, ότι η πραγματικότητα δεν μπορεί να τους περιορίσει. Η ιστορία μας έχει δείξει, και δυστυχώς συνεχίζει ακόμη να δείχνει, πόσο επικίνδυνο μπορεί να είναι για την ανθρωπότητα όταν αυτοί οι άνθρωποι καταφέρνουν να ανέβουν στην κλίμακα της εξουσίας.
Οι ενέργειες εκμετάλλευσης των ανθρώπων αυτών είναι πλήρως συνειδητές και δεν αισθάνονται καμία ντροπή. Αντιθέτως, μπορεί να νιώθουν υπερήφανοι για τις πράξεις τους, ακόμη και να κομπάζουν για αυτές σε άλλους, όταν αισθάνονται ότι οι άλλοι εντυπωσιάζονται και τους επικροτούν. Μαζί με την απουσία ντροπής πάει και η έλλειψη ενοχής, καθώς δεν έχουν αναπτύξει στην προσωπικότητα τους ένα σύστημα ηθικής συνείδησης.
Είναι άτομα που δεν υπολογίζουν τους νόμους και τις απαγορεύσεις, παρά μόνο στο βαθμό του να μην γίνουν αντιληπτοί και υποστούν τις συνέπειες, καθώς έχουν πλήρη επίγνωση ότι αυτό που κάνουν είναι απαγορευμένο. Όταν οι πράξεις τους φανερωθούν κάνουν διάσχιση της προσωπικής τους ευθύνης, παρουσιάζοντας πλήθος δικαιολογιών, ρίχνοντας αλλού την ευθύνη, ή υποβιβάζοντας την σοβαρότητα της κατάστασης. Η μεταμέλεια που δηλώνουν όταν γίνουν αντιληπτοί, δεν αφορά στην ουσία μια μεταμέλεια για το ότι έκαναν κάτι κακό, αλλά μία μεταμέλεια επειδή τελικά πιαστήκανε και θα έχουνε κυρώσεις.
Οι σχέσεις που συνάπτουν με τους άλλους δεν είναι σχέσεις αμοιβαιότητας, δεν ενδιαφέρονται πραγματικά για τον άλλον, παρά μόνο στο βαθμό που μπορούν να τον χρησιμοποιήσουν. Συχνά είναι άτομα ευφυή, με όμορφο λόγο που μπορούν να ασκούν μια γοητεία στους άλλους. Μπορούν να διαβάζουν τις αδυναμίες και τις προσδοκίες του άλλου, να γίνονται συμπαθείς και στο τέλος να τον χειραγωγούν.
Έχοντας μια διογκωμένη εικόνα του εαυτού τους και παρουσιάζοντας τους εαυτούς τους ως «σωτήρες», ασκούν μια γοητεία και μια πειθώ στους γύρω τους και δεν είναι δύσκολο να εξαπατηθεί από αυτούς κάποιος που βρίσκεται σε μια ευάλωτη κατάσταση στη ζωή του και έχει ανάγκη από μια ασφάλεια που δήθεν του προσφέρεται. Σε φάσεις της ζωής του που κάποιος αισθάνεται αδύναμος, ανεξαρτήτου φήμης, οικονομικής επιφάνειας ή ευφυΐας, μια παρουσία πατερναλιστικού τύπου μπορεί να γίνει παγίδα χειραγώγησης και εκμετάλλευσης. Το άτομο που υποφέρει θέλει τόσο πολύ να πιστέψει ότι υπάρχει λύση, εστιάζει μόνο στις ενδείξεις που επιβεβαιώνουν την ελπίδα του, ώστε αγνοεί συστηματικά τις «κόκκινες σημαίες» ή τις προειδοποιήσεις του περιβάλλοντός του.
Προβάλλοντας επίσης αυτήν την αίσθηση παντοδυναμίας που τους διακατέχει, μπορεί να συμπαρασύρουν μαζί τους άτομα που γοητεύονται από αυτά που υπόσχονται, καθώς κάποιες φορές η διάψευση της πραγματικότητας μπορεί να λειτουργεί ως βάλσαμο, παρά τους μεγάλους κινδύνους που αυτή εγκυμονεί.
Τελειώνοντας, αν θυμηθούμε την ταινία «Ο ταλαντούχος κος Ρίπλεϊ» του Άντονι Μινγκέλα, ο Τομ Ρίπλεϊ είναι η ενσάρκωση της επικίνδυνης προσωπικότητας που περιγράφουμε, όπου η απόλυτη έλλειψη ηθικού πυρήνα συνδυάζεται με υψηλή ευφυΐα, γοητεία και μια βαθιά ανεξέλεγκτη δίψα για επιβεβαίωση, και το σενάριο τον βάζει να κάνει σειρά δολοφονιών για να υιοθετήσει και να διατηρήσει μια ψεύτικη ταυτότητα, την ταυτότητα ενός πλούσιου φίλου του. Η ταινία ολοκληρώνεται αφήνοντας τον Τομ Ρίπλεϊ ελεύθερο από τον νόμο, αλλά συναισθηματικά φυλακισμένο στο ίδιο του το τέρας: έναν άνθρωπο που προτίμησε σύμφωνα με τα λόγια του να είναι «ένας πλαστός κάποιος παρά ένας αληθινός κανένας». Κατά μια έννοια, αυτή η φράση μπορεί να συνοψίζει την αλήθεια αρκετών ψυχοπαθητικών προσωπικοτήτων.