Πίσω από τις κλειστές πόρτες: Η ψυχολογία της βίας και η κοινωνική μας ευθύνη

Της Κατερίνας Παπανικολάου, Κλινικής Ψυχολόγου (M.Sc) – Ψυχοθεραπεύτριας

Το άρθρο όπως δημοσιεύθηκε στην Εστία της Κυριακής, 13 Σεπτεμβρίου 2026

Στην καθημερινότητα παρακολουθούμε ειδήσεις για εγκλήματα κάθε είδους, πολλά από τα οποία ξεπερνάνε την μυθοπλασία, εγκλήματα που προκαλούν αποστροφή, συμπόνοια, κατάπληξη, μέχρι ακόμη περιέργεια ή δέος – είναι η σαγήνη που προκαλεί στον άνθρωπο το κακό. Υπάρχουν όμως και κάποια εγκλήματα «ανείπωτα», τα οποία ξεπερνάνε το κατώφλι της γνωστικής και συναισθηματικής ανθρώπινης αντοχής, δεν αντέχουμε καν να τα ακούμε, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για αυτά, δεν μπορούμε να τα μεταβολίσουμε – ίσως το μόνο αίσθημα που αφήνουν είναι ένα αίσθημα αηδίας σε ψυχικό και σωματικό επίπεδο. Περιπτώσεις παιδεραστίας και παιδοκτονίας συγκαταλέγονται σε αυτά.

Είναι εγκλήματα που δείχνουν ότι κάποιοι άνθρωποι είναι ικανοί για πράξεις αδιανόητες – πράξεις που είναι αδύνατον ένας ανθρώπινος νους να συλλάβει – πράξεις ακραίας καταστροφικότητας, που δεν μπορούν να αιτιολογηθούν βάσει της κοινής λογικής. Κανένα έγκλημα βέβαια δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Ωστόσο μπορεί να γίνει μια υπόθεση, να δοθεί μια εξήγηση, να υπάρχει από πίσω ένα κίνητρο, ένα αρνητικό συναίσθημα, μια σχέση. Σε αυτές τις ακραίες πράξεις καταστροφικότητας απαντάται μόνο η ανάγκη μιας πλήρους εκφόρτισης των καταστροφικών ενορμήσεων του ψυχισμού του θύτη πάνω στο θύμα, χωρίς καμία ενσυναίσθηση ή ενοχή. Το θύμα «απανθρωποιείται», δεν λογίζεται από τον θύτη ως άνθρωπος που έχει νου και συναισθήματα, μετατρέπεται σε ένα άψυχο αντικείμενο και αντιμετωπίζεται ως τέτοιο.

Το ιστορικό της βίας

Αυτή η διαδικασία της πλήρους αποδιοργάνωσης και «απανθρωποίησης» συνιστά συχνά την τραγική κορύφωση μιας παρατεταμένης και κλιμακούμενης αλυσίδας σωματικής και ψυχολογικής κακοποίησης ή ακραίας παραμέλησης, όπως αυτή που αποκαλύφθηκε πρόσφατα στην Κυψέλη.

Πίσω από τέτοιες συμπεριφορές συχνά συναντάμε ένα εκρηκτικό υπόβαθρο δομικών ελλειμμάτων στην προσωπικότητα των δραστών, σοβαρών εξαρτήσεων και άλλων αδιάγνωστων ή μη ρυθμισμένων ψυχικών διαταραχών.

Παράλληλα, τις περισσότερες φορές συναντάμε ένα ιστορικό βίας, παραμέλησης ή κακοποίησης. Χωρίς αυτό να αίρει στο ελάχιστο την ατομική και ποινική ευθύνη των δραστών, καθώς ό,τι πράττουν το πράττουν με την επίγνωση ότι αυτό που κάνουν είναι κακό, είναι διαπιστωμένο ότι άτομα που μεγαλώνουν σε περιβάλλοντα ακραίας βίας, αν δεν λάβουν θεραπευτική υποστήριξη, τείνουν να εσωτερικεύουν την βία ως «κανονικότητα» και μοναδικό μηχανισμό διαχείρισης των δικών τους ματαιώσεων, αναπαράγοντάς την.

Η σιωπή της γειτονιάς

Απέναντι σε τέτοιες φρικτές αποκαλύψεις το ερώτημα που βασανίζει την κοινή γνώμη είναι το «πώς γίνεται να μην κατάλαβε κανείς τίποτα;». Στην Κοινωνική Ψυχολογία «η Επίδραση των Παρευρισκομένων» (Bystander Effect) ερμηνεύει την αδράνεια του περιβάλλοντος μέσω της διάχυσης της ευθύνης. Ο μηχανισμός της άρνησης κάνει επίσης τον άλλον «να μην βλέπει» ή να καθησυχάζει τον εαυτό του πως «κάποιος άλλος θα αναλάβει», ως άμυνα απέναντι στον φόβο του ή την αμηχανία της εμπλοκής.

Η αντίληψη ότι η βία εντός της οικογένειας είναι ιδιωτική υπόθεση μετατρέπει την κοινωνική απάθεια σε έμμεση συνέργεια. Η αναφορά μιας υποψίας κακοποίησης πολλές φορές αποδεικνύεται ως ύψιστη πράξη προστασίας της ανθρώπινης ζωής.

Η συστημική ανεπάρκεια

Όταν η Αστυνομία και η Δικαιοσύνη καλούνται να παρέμβουν κατόπιν εορτής, το σύστημα έχει ήδη αποτύχει. Η προστασία της παιδικής ηλικίας απαιτεί πρωτογενή και δευτερογενή πρόληψη – πεδία στα οποία η χώρα μας υστερεί. Οι ελλείψεις του Κράτους Πρόνοιας αφήνουν τις ευάλωτες οικογένειες και τα παιδιά που μεγαλώνουν σε αυτές χωρίς κανένα δίκτυο ασφάλειας.

Η θεσμική ευθύνη ως δείκτης πολιτισμού

Όσοι παρακολούθησαν αυτές τις μέρες στους κινηματογράφους την ταινία «Fjord», που αποτυπώνει την άμεση και αυστηρή κινητοποίηση των υπηρεσιών παιδικής προστασίας στη Νορβηγία με την παραμικρή υποψία κακοποίησης, έρχονται αντιμέτωποι με μια αμείλικτη σύγκριση. Στη Βόρεια Ευρώπη το σύστημα λειτουργεί με βάση την αρχή της πρόληψης και της προστασίας: η ασφάλεια του παιδιού τίθεται πάνω από κάθε άλλη σκοπιμότητα.

Η δική μας τραγική ιστορία που παιζόταν παράλληλα στο διαμέρισμα της Κυψέλης αναδεικνύει τις χρόνιες αγκυλώσεις του συστήματος και την ανάγκη για ουσιαστική θεσμική εγρήγορση. Η προστασία της παιδικής ηλικίας δεν είναι ιδιωτική υπόθεση αλλά πρωταρχικός δείκτης ευνομίας, πολιτισμού και συλλογικής ευθύνης. Όσο η σιωπή της γειτονιάς θα συναντά τις ελλείψεις του κρατικού μηχανισμού, τα παιδιά θα παραμένουν θύματα καταστάσεων κοινωνικής παρακμής.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Εστία της Κυριακής», στήλη «Αντιθέτως», 13 Σεπτεμβρίου 2026.